Η 25η Μαΐου έχει οριστεί ως η Παγκόσμια Ημέρα Θυρεοειδούς με σκοπό, την ευαισθητοποίηση σχετικά με τα νοσήματα θυρεοειδούς και την ανάδειξη της σημασίας που έχει η σωστή θυρεοειδική λειτουργία στη διατήρηση μίας καλής υγείας και ποιότητας ζωής. Επιπλέον, είναι μία ευκαιρία να τιμηθεί το έργο των ιατρών που ασχολούνται με τις θυρεοειδικές παθήσεις και το οποίο αποσκοπεί στη βέλτιστη θεραπευτική αντιμετώπιση των θυρεοειδικών νοσημάτων, ακολουθώντας την Ιπποκράτειο φιλοσοφία «ἀσκεῖν περὶ τὰ νοσήματα δύο, ὠφελέειν ἢ μὴ βλάπτειν».
Σκοπός του παρόντος δελτίου τύπου είναι η ευαισθητοποίηση του κοινού αλλά και η εμπεριστατωμένη ενημέρωση από τον επίσημο επιστημονικό φορέα της Πολιτείας αναφορικά με τις θυρεοειδικές παθήσεις.
Αυτοάνοση θυρεοειδίτιδα
Η αυτοάνοση θυρεοειδίτιδα αποτελεί ένα από τα συχνότερα αυτοάνοσα νοσήματα. Συνήθως έχει πολύ καλή πορεία και με τους κατάλληλους θεραπευτικούς χειρισμούς δεν επηρεάζει σημαντικά την ποιότητα ζωής. Διαπιστώνεται με αιματολογικές εξετάσεις (αυξημένος τίτλος αυτοαντισωμάτων) ή/και με υπερηχογράφημα. Η αυτοάνοση θυρεοειδίτιδα δε συνεπάγεται αυτομάτως και την ανάγκη έναρξης φαρμακευτικής αγωγής. Αν τελικώς εγκατασταθεί υποθυρεοειδισμός, χορηγούμε στον ασθενή την ορμόνη που λείπει (θυροξίνη) ενώ αν εκδηλωθεί υπερθυρεοειδισμός, αντιθυρεοειδικά φάρμακα, δηλαδή παράγοντες που εμποδίζουν την υπερπαραγωγή θυρεοειδικών ορμονών. Τα αντιθυρεοειδικά φάρμακα απαιτούν μία παρακολούθηση για πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες που όμως δεν είναι συχνές και εύκολα αντιμετωπίζονται. Γενικότερα και παρά τις φυσιολογικές τιμές ορμονών, με ή χωρίς αγωγή, οι ασθενείς αναφέρουν, εύκολη κόπωση, δυσκολία συγκέντρωσης, εύθρυπτα νύχια κ.ά. Οφείλουμε να επισημάνουμε ότι, η ίδια η ύπαρξη ενός αυτοάνοσου είναι από μόνη της επιβαρυντική καθώς το ανοσοποιητικό σύστημα παραμένει σε μία διαρκή «εγρήγορση» για την αντιμετώπιση ενός «εισβολέα». Μεσογειακή διατροφή, άσκηση, καλή ψυχολογία, αποτελούν απαραίτητες προϋποθέσεις για τη διατήρηση μίας ισορροπίας της συνολικής υγείας. Η αθρόα χορήγηση πολυβιταμινών ή άλλων σκευασμάτων δεν υποκαθιστά τη σωστή διατροφή και άσκηση που είναι οι σημαντικότερες προϋποθέσεις για την εν γένει διατήρηση καλής υγείας.
Οζώδης θυρεοειδική νόσος
Οι όζοι του θυρεοειδούς αποτελούν ένα από τα συχνότερα ενδοκρινολογικά θέματα. Ανευρίσκονται είτε τυχαία κατά τη διενέργεια μίας απεικονιστικής εξέτασης (triplex καρωτίδων, αξονική τομογραφία κλπ.) για άλλο θέμα υγείας, είτε λόγω εξογκώματος στην περιοχή του λαιμού. Ο ασθενής θα αναζητήσει ιατρική συμβουλή από Ενδοκρινολόγο ή/και θα υποβληθεί σε υπερηχογράφημα θυρεοειδούς. Σε κάθε περίπτωση οι όζοι δεν πρέπει να είναι λόγος ιδιαίτερης ανησυχίας δεδομένου ότι μόνο ένα 5-7% είναι κακοήθεις. Η συνιστώμενη διαχείριση είναι η υπερηχογραφική παρακολούθηση ανά τακτά χρονικά διαστήματα – συνήθως ετησίως – και παρακέντηση μόνο εκείνων των όζων που έχουν ύποπτα υπερηχογραφικάχαρακτηριστικά. Χειρουργική αφαίρεση θυρεοειδούς γίνεταιμόνο ανένας καλοήθης όζος μεγαλώσει αρκετά προκαλώντας πιεστικά φαινόμενα ή εάν η παρακέντηση δείξει κακοήθεια. Ένα μικρό ποσοστό των όζων είναι θερμοί, δηλαδή παράγουν περισσότερη ορμόνη, κάτι το οποίο διαπιστώνεται με ορμονολογικές εξετάσεις και σπινθηρογράφημα. Η αντιμετώπιση των θερμών όζων περιλαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, ραδιενεργό ιώδιο ή χειρουργείο.
Καρκίνος Θυρεοειδούς
Ο καρκίνος θυρεοειδούς αποτελεί τη συχνότερη ενδοκρινική κακοήθεια, με την έγκαιρη και έγκυρη διάγνωση να μπορούν να εξασφαλίσουν αποτελεσματική θεραπεία και πλήρη ίαση. Η πλειοψηφία (~90%) αφορά το καλώς διαφοροποιημένο καρκίνωμα θυρεοειδούς ή «θηλώδες», όπως αποκαλείται. Με βάση την τελευταία (2022) ταξινόμηση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, δεν είναι όλα τα καλώς διαφοροποιημένα καρκινώματα θυρεοειδούς «θηλώδη». Η σωστή παθολογοανατομική έκθεση, η «ιστολογική» δηλαδή μετά το χειρουργείο, είναι καίριας σημασίας για να καταδείξει τις διαφορετικές «ιστολογικές ποικιλίες» που καθορίζουν και την περαιτέρω αντιμετώπιση. Δεν χρειάζεται κάθε ασθενής ραδιενεργό ιώδιο βάσει των διεθνών κατευθυντήριων οδηγιών, οι οποίες και καθορίζουν τη συχνότητα των επανελέγχων (συνήθως ανά 6 – 12 μήνες). Μετά την 10ετία, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, ο ασθενής θεωρείται ελεύθερος νόσου.
Σπανιότερη και πιο «επιθετική» μορφή καρκίνου θυρεοειδούς είναι το Μυελοειδές (~5%) το οποίο σε ποσοστό 25% είναι κληρονομούμενο δηλαδή, ο ασθενής φέρει στα κύτταρα του ένα «αλλοιωμένο» (μεταλλαγμένο) γονίδιο που ευθύνεται για την εκδήλωση της νόσου. Αν λοιπόν ο ασθενής λάβει ιστολογική με ένδειξη Μυελοειδές τότε έχει ΑΠΟΛΥΤΗ ένδειξη ο γενετικός έλεγχος καθώς, αν φέρει το γονίδιο χρειάζεται αντίστοιχος έλεγχος στους Α’ βαθμού συγγενείς. Αντιθέτως, αν ΔΕΝ φέρει το γονίδιο ΔΕΝ υπάρχει λόγος εξέτασης των συγγενών. Αν ένας συγγενής είναι φορέας του γονιδίου, αντιμετωπίζεται βάσει διεθνών οδηγιών όπου μπορούμε να δράσουμε ακόμα και προληπτικά πριν την εκδήλωση κακοήθειας.
Καλή Παγκόσμια Ημέρα Θυρεοειδή!
Για την Ελληνική Ενδοκρινολογική Εταιρεία
Γεώργιος Σημαιάκης MD PhD Ενδοκρινολόγος – Στρατιωτικός Ιατρός
Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών Γραμματέας Επιστημονικού Τμήματος Θυρεοειδούς Ελληνικής Ενδοκρινολογικής Εταιρείας
Μέλος Συμβουλευτικής Επιτροπής Ελληνικού Δικτύου Μοριακής Ογκολογίας
