Επικοινωνήστε μαζί μας

Error: Contact form not found.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, με την υποστήριξη του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ), καθιερώθηκε ο Ιούνιος ως μήνας ευαισθητοποίησης για θέματα υπογονιμότητας (World Infertility Awareness Month) και το 2007, με πρωτοβουλία της Assisted Conception Taskforce (ΑCT), ορίστηκε η 15η Ιουνίου ως παγκόσμια μέρα γονιμότητας με κύριους στόχους:

• την ενημέρωση του κοινού για την υπογονιμότητα , την αποβολή του κοινωνικού στίγματος που τη συνοδεύει και την ανάδειξή της ως ιατρικού προβλήματος
• τη ενθάρρυνση των ζευγαριών να αναζητούν ιατρική βοήθεια εγκαίρως
• τη προβολή των λύσεων που προσφέρει η επιστήμη και
• την ευαισθητοποίηση σε θέματα πρόληψης και διαφύλαξης της αναπαραγωγικής υγείας.

Η γονιμότητα, ως η βιολογική ικανότητα ενός ατόμου ή ζευγαριού να αποκτά απογόνους μέσω της φυσιολογικής σεξουαλικής επαφής, αποτελεί αναπόσπαστο και θεμελιώδες στοιχείο της ζωής και της γενικότερης υγείας ενός ανθρώπου. Η υπογονιμότητα, ορίζεται ιατρικώς ως η αδυναμία επίτευξης εγκυμοσύνης μετά από ένα έτος ελεύθερων και συστηματικών σεξουαλικών επαφών σε ζευγάρι που η γυναίκα είναι ηλικίας κάτω των 35 ετών και χωρίς γνωστά προβλήματα υγείας. Αν η γυναίκα είναι 35 έως 40 ετών, το ζευγάρι θεωρείται υπογόνιμο και χρήζει της απαραίτητης διερεύνησης μετά από 6 μήνες ανεπιτυχών προσπαθειών. Τέλος, ζευγάρια που η γυναίκα είναι μεγαλύτερη των 40 ετών ή τουλάχιστον ένας από τους συντρόφους έχει γνωστό πρόβλημα υγείας που επηρεάζει αρνητικά τη γονιμότητα, πρέπει να αναζητούν ιατρική βοήθεια άμεσα.

Η υπογονιμότητα είναι συχνό ιατρικό πρόβλημα και απασχολεί περίπου 1 στα 6 ζευγάρια. Η δυσκολία/αδυναμία τεκνοποίησης δεν επιβαρύνει μόνο ψυχολογικά και οικονομικά τους συντρόφους και δοκιμάζει τη συνοχή του ζευγαριού αλλά είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την υπογεννητικότητα και σε συνέργεια με κοινωνικο-οικονομικούς παράγοντες προκαλεί επιβάρυνση του δημογραφικού προβλήματος, ιδιαίτερα στη χώρα μας όπου ο συνολικός δείκτης γονιμότητας (μέσος αριθμός παιδιών ανά γυναίκα) είναι μόλις 1,3 περίπου, από τους χαμηλότερους παγκοσμίως, και σαφώς κάτω από το όριο αντικατάστασης ή σταθερότητας του πληθυσμού που είναι το 2,1.

Οι παράγοντες που προκαλούν υπογονιμότητα είναι πολλαπλοί και μπορεί να εντοπίζονται στη γυναίκα σε ποσοστό 39%, στον άνδρα σε ποσοστό 20% ή και στους δύο σε ποσοστό 26%. Στο 15% των υπογόνιμων ζευγαριών δεν μπορεί να εντοπιστεί κάποιο αίτιο (ανεξήγητη υπογονιμότητα). Κρίσιμο ρόλο παίζει η ηλικία των συντρόφων, δεδομένου ότι στις σύγχρονες κοινωνίες υπάρχει η τάση για χρονική μετάθεση της τεκνοποίησης προς μεγαλύτερες ηλικίες. Στην Ελλάδα η μέση ηλικία πρώτης τεκνοποίησης στη γυναίκα είναι τα 31-32 έτη. Η βιολογική πραγματικότητα όμως υποδεικνύει ότι το δυναμικό γονιμότητας της γυναίκας φθίνει ιδιαίτερα μετά την ηλικία των 35 ετών και ραγδαία μετά τα 40. Η δυσμενής επίπτωση της ηλικίας φαίνεται να αφορά και τους άνδρες.

Επίσης, παράμετροι του σύγχρονου τρόπου ζωής μπορεί να επηρεάσουν δυσμενώς, όπως το χρόνιο και έντονο stress, η έλλειψη σωματικής άσκησης και η ανθυγιεινή διατροφή που οδηγούν στη παχυσαρκία και έξεις όπως το κάπνισμα και η κατάχρηση αλκοόλ. Επιπρόσθετα, η γονιμότητα επηρεάζεται αρνητικά, ιδιαίτερα στους άνδρες, από την έκθεση σε περιβαλλοντικές τοξίνες όπως οι ενδοκρινικοί διαταράκτες, ουσίες που διαταράσσουν την φυσιολογική ορμονική ρύθμιση του αναπαραγωγικού συστήματος και δυστυχώς υπάρχουν σε πολλά προϊόντα (π.χ. πλαστικά, φυτοφάρμακα, καλλυντικά).

Εκτός της ηλικίας και των παραμέτρων του τρόπου ζωής, υπάρχουν νοσήματα στη γυναίκα και στον άνδρα που οδηγούν σε μειωμένη γονιμότητα. Παθήσεις που σχετίζονται με υπογονιμότητα στη γυναίκα είναι ορμονικές διαταραχές που διαταράσσουν την ωοθυλακιορρηξία όπως το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών, καταστάσεις γενετικές και μη (ακτινοθεραπεία/χημειοθεραπεία) που μειώνουν τις εφεδρείες των ωοθηκών, η ενδομητρίωση και καταστάσεις που αποφράσσουν τις σάλπιγγες ή επηρεάζουν τη δυνατότητα εμφύτευσης του εμβρύου στη μήτρα. Καταστάσεις που μπορεί να προκαλέσουν ανδρική υπογονιμότητα είναι η κρυψορχία, η κιρσοκήλη, ορμονικές διαταραχές όπως ο υπογοναδισμός (ανεπάρκεια της τεστοστερόνης), γενετικές παθήσεις, λοιμώξεις του γεννητικού συστήματος, ιατρικές θεραπείες (χημειοθεραπεία/ακτινοθεραπεία) και νοσήματα που εμποδίζουν τη μεταφορά του σπέρματος στο γεννητικό σύστημα της γυναίκας.

Η διερεύνηση του υπογόνιμου ζευγαριού πρέπει να περιλαμβάνει τον έλεγχο και των δύο συντρόφων ταυτοχρόνως με τη λήψη ενδελεχούς ιστορικού, τη διενέργεια κλινικής εξέτασης και βασικών εργαστηριακών εξετάσεων που περιλαμβάνουν οπωσδήποτε το σπερμοδιάγραμμα στον άνδρα και μεθόδους εκτίμησης της ωοθυλακιορρηξίας, των εφεδρειών των ωοθηκών και της βατότητας των σαλπίγγων στη γυναίκα. Στόχος είναι η τεκμηρίωση της αιτιολογίας της υπογονιμότητας, που θα καθοδηγήσει τον επαγγελματία υγείας στη χάραξη της βέλτιστης θεραπευτικής στρατηγικής. Επιπλέον, η ακριβής αιτιολογική διάγνωση είναι σημαντική γιατί μπορεί να αποκαλύψει παθήσεις που επηρεάζουν τη γενικότερη υγεία του άντρα ή της γυναίκας ή έχουν γενετικές επιπτώσεις στους απογόνους.

Το αισιόδοξο μήνυμα της παγκόσμιας ημέρας γονιμότητας είναι ότι πλέον η επιστήμη έχει ισχυρά και αποτελεσματικά όπλα στη φαρέτρα της για την αντιμετώπιση της υπογονιμότητας. Η διόρθωση της υποκείμενης αιτίας με φαρμακευτικές ή χειρουργικές μεθόδους ή/και η βελτίωση του τρόπου ζωής (πχ απώλεια βάρους, διακοπή καπνίσματος και αλκοόλ) μπορεί να αυξήσουν τις πιθανότητες φυσικής σύλληψης. Εάν δεν έχει εντοπιστεί κάποια αιτία για την υπογονιμότητα ή αυτή δεν επιδέχεται θεραπείας ή η θεραπεία της είναι ανεπιτυχής τότε λύση προσφέρει η εφαρμογή των μεθόδων υποβοηθούμενης αναπαραγωγής όπως η ενδομήτρια σπερματέγχυση (IUI), η εξωσωματική γονιμοποίηση (IVF )ή μικρογονιμοποίηση (ICSI). Ακόμα και όταν δεν υπάρχει διαθέσιμο γενετικό υλικό από τους συντρόφους μπορεί να επιτευχθεί κύηση με χρήση ωαρίων ή σπερματοζωαρίων από δότρια ή δότη αντίστοιχα. Στη χώρα μας διαθέτουμε άριστα καταρτισμένο επιστημονικό προσωπικό και ένα από τα πιο προοδευτικά νομοθετικά πλαίσια στο τομέα αυτό.

Κομβικό ρόλο στη προστασία της αναπαραγωγικής υγείας κατέχει η πρόληψη. Βασική της συνιστώσα πρέπει να είναι η έγκυρη ενημέρωση από νεαρή ηλικία για τη βιολογία της γονιμότητας και τους παράγοντες που μπορεί να την επιδεινώσουν. Οι στρατηγικές διαφύλαξης της γονιμότητας περιλαμβάνουν την υιοθέτηση ενός υγιεινού τρόπου ζωής, την αποφυγή της παχυσαρκίας, του καπνίσματος, της κατάχρησης αλκοόλ και της έκθεσης σε περιβαλλοντικές τοξίνες/ενδοκρινικούς διαταράκτες. Επιπλέον η έγκαιρη χειρουργική διόρθωση της κρυψορχίας σε βρέφη, η άμεση αντιμετώπιση των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων λοιμώξεων και η κρυοσυντήρηση σπέρματος ή ωαρίων πριν τη χημειοθεραπεία ή ακτινοθεραπεία αποτελούν τεκμηριωμένες προληπτικές παρεμβάσεις για τη διαφύλαξη του δυναμικού μελλοντικής γονιμότητας.

Η υπογονιμότητα δεν είναι ταμπού, ούτε πηγή ενοχής. Είναι ιατρικό πρόβλημα με μείζονες ψυχολογικές, οικονομικές και δημογραφικές επιπτώσεις. Η ιατρική κοινότητα έχει τα διαγνωστικά και θεραπευτικά εργαλεία για τη διαχείρισή της. Η πολιτεία οφείλει να δημιουργήσει τις κατάλληλες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες για τη στήριξη των ζευγαριών που προσπαθούν να τεκνοποιήσουν και να εξασφαλίσει ισότιμη πρόσβαση σε υπηρεσίες παροχής εξειδικευμένης φροντίδας για θέματα αναπαραγωγικής υγείας.

Επιμέλεια κειμένου: Χρήστος Π. Τσαμέτης, Ενδοκρινολόγος, Κλινικός Ανδρολόγος (ΕΑΑ cert.)
Διδάκτωρ Α.Π.Θ., Επιστημονικός συνεργάτης Μονάδας Ενδοκρινολογίας Αναπαραγωγής. Α’ Μαιευτική και Γυναικολογική κλινική Α.Π.Θ. ΓΝΘ «Παπαγεωργίου», Θεσσαλονίκη

© inspired by lynx